τρακτός

-ή, -όν, ΜΑ, τ. ουδ. ως ουσ. τράκτον, τὸ, Α
μσν.
αυτός που έχει ασπρίσει από το συχνό πλύσιμο, ασπρισμένος («τρακτὸς κηρός», Παύλ. Αιγ.)
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. τὸ τρακτόν και τράκτον
ζύμη κατάλληλη για την παρασκευή ζυμαρικών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. tracta, -ae / tractum, -i «είδος πίτας, γλυκίσματος» (< ρ. traho). Για τη σημ. «ασπρισμένος» πρβλ. λατ. traho colorem «παίρνω χρώμα»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Colus —    • Colus,          ηλακάτη, прялка для шерсти, т. е. валик, обыкновенно сделанный из тростника, вокруг которого укреплялась чесаная, назначенная для пряжи, шерсть (τολύπη, mollis lana, tractus). Пряха брала левой рукой прялку, а правой… …   Реальный словарь классических древностей

  • τράκτωμα — ώματος, τό, Μ είδος εμπλάστρου από λευκό κερί, ρητίνη, αβγά και λιβάνι. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρακτός + κατάλ. ωμα (πρβλ. πέπλ ωμα: πέπλος, πλεύρ ωμα: πλευρά)] …   Dictionary of Greek

  • τρακταΐζω — Μ 1. λευκαίνω 2. εξετάζω κάτι με το χέρι, ψηλαφώ 3. μτφ. εξετάζω μια υπόθεση, ερευνώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. με τη σημ. «λευκαίνω» < τρακτός*, ενώ με τη σημ. «χειρίζομαι, ψηλαφώ» < λατ. tracto «μεταχειρίζομαι, ψηλαφώ»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.